Φτιάχνω οικογένεια. Η υιοθεσία ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα

Η υιοθεσία συχνά παραπέμπει σε εικόνες της συνάντησης ενός παιδιού με τους γονείς του, της γέννησης μιάς οικογένειας και στις δυνατές συγκινήσεις που προκαλεί η ένωση αυτών των υπάρξεων που η καθεμιά ζούσε πρότερα με την έλλειψη της άλλης. Αγαπάμε φυσικά αυτές τις τόσο θετικές εικόνες ζωής που μας δίνουν χαρά και ελπίδα και μας παραπέμπουν στην αναμονή ευτυχισμένων γεγονότων ζωής. Το πρόσωπο του γονιού που λάμπει όταν ανακαλύπτει το μελλοντικό παιδί του, τα ορθάνοιχτα μάτια ενός εγκαταλειμμένου παιδιού όταν πρωτοκοιτάει αυτούς που θα το συνοδεύσουν στην ζωή του, είναι ματιές μοναδικές, αληθινές, γεμάτες υποσχέσεις, αδιαμφισβήτητα πάντα παρούσες σε κάθε υιοθεσία.

Όμως η υιοθεσία δεν είναι μόνο αυτό το χαρούμενο «instantané». Είναι η  αφήγηση μιάς οικογένειας που δομείται με το πέρασμα του χρόνου, ένα μακρύ ταξίδι που δεν προστατεύεται από τις αναπόφευκτες φουρτούνες που σχετίζονται με αυτήν την τόσο ιδιαίτερη συνάντηση των γονιών με το παιδί τους. Η συγγένεια από υιοθεσία εμπεριέχει τις δικές της αδυναμίες και κινδύνους. Ποικίλοι παράγοντες εμπλέκονται.

Από την μεριά του παιδιού:

1) Όταν οι γονείς συναντούν το παιδί που θα υιοθετήσουν, ανακαλύπτουν ένα μικρούλη φορτισμένο με μία ιστορία, από την οποία συχνά γνωρίζουν μόνο μικρά αποσπάσματα. Βρίσκονται με ένα μωρό ή συχνά ένα μεγαλύτερο παιδί, γύρω από τα βιώματα του οποίου δίνονται λίγες πληροφορίες. Όποια κι αν είναι η ηλικία του, αυτό το παιδί, σε κάθε περίπτωση, έζησε μία εγκατάλειψη, πολλές μάλιστα φορές την ακολούθησαν διάφοροι αποχωρισμοί, που είναι για το παιδί μία μορφή «συναισθηματικού υποσιτισμού». Το παιδί που έζησε πολλές διαδοχικές αλλαγές τόπου ζωής, που υπέφερε από κάποιες μορφές συναισθηματικής στέρησης, κάποιες φορές από μορφές κακοποίησης πριν υιοθετηθεί, έχει εκτεθεί πρώιμα σε μία συναισθηματική φόρτιση που του δημιουργεί ένα πραγματικό εσωτερικό χάος.

2) Πώς να κρατήσει την απαραίτητη ψυχική δύναμη για να μεγαλώσει, παρά την χαοτική απαρχή της ζωής του; Κυρίως όταν τα παιδιά που υιοθετούνται δεν είναι νεογέννητα βρέφη, κάτι σύνηθες στα πλαίσια των σημερινών επίσημων υιοθεσιών, τότε παρατηρείται συχνά ότι εκφράζουν συμπτώματα σχετικά με τα πρότερα στερητικά τους βιώματα, δηλαδή είτε μεγάλη υπερδιέγερση, είτε βαθιά αναστολή των λειτουργιών. Μερικά παιδιά παρουσιάζουν δυσκολίες ή καθυστέρηση της ανάπτυξης, άλλα έχουν μία ιδιόμορφη διαχείριση των σχέσεων με τους άλλους, δηλαδή μοιάζουν να ψάχνουν αδιαφοροποίητα σχέσεις ψυχικής περίεξης (κολλάνε γενικά στους άλλους) πριν καταφέρουν να δημιουργήσουν μία  πραγματική σχέση.

3) Το παιδί δεν μπορεί να υπερπηδήσει από μόνο του αυτές τις δυσκολίες. Αν ο γονιός είναι ικανός να το στηρίξει σε αυτές του τις δυσκολίες με υπομονή, εσωτερική συνέπεια και συνέχεια, τότε το επανορθώνει, του επιτρέπει να μεγαλώσει με τον δικό του ρυθμό. Γενικά, όταν το παιδί επιτρέπει στον εαυτό του να δείξει στον γονιό του ότι δεν είναι καλά, αυτό δεν σημαίνει ότι τον απορρίπτει, σημαίνει αντίθετα ότι του δείχνει την απαραίτητη εμπιστοσύνη που του επιτρέπει να εγκαταλείψει μία θέση άμυνας και να μπει σε διαδικασία να σκεφτεί πάνω στον εαυτό του, σε διαδικασία ψυχικής επούλωσης.

4) Από την άλλη, η δια-γενεαλογική ιστορία των γονιών και του παιδιού, με ό,τι θετικό και αρνητικό εμπεριέχει, παρεμβαίνει επίσης στην διαδικασία της «αμφοτερόπλευρης» κατά κάποιο τρόπο υιοθεσίας και οικειοποίησης.

Από την μεριά των γονιών:

1) Σίγουρα δεν γίνεται κανείς γονιός αποκτώντας ένα παιδί. Δεν αρκεί να το κάνει βιολογικά, πρέπει ακόμα να το εγγράψει νομικά στην συγγενική του συνέχεια. Και όταν και νομικά έχουμε αναγνωριστεί σαν γονείς ενός παιδιού, πρέπει ακόμη να «δημιουργηθούμε σαν γονείς», κάτι που δεν είναι αυτόματο, ενστικτώδες, αλλά είναι μία ξεχωριστή διαδικασία ενηλικίωσης, παράλληλη με την ανάπτυξη του παιδιού και σε άμεση σχέση με αυτό που ήμασταν σαν παιδιά εμείς οι ίδιοι. Αυτή η πολύπλοκη συνθήκη μπορεί να φέρει στην επιφάνεια φόβους και αγωνίες, να μας κάνει ψυχικά ευάλωτους με ένα ιδιαίτερο τρόπο.

2) Το να γίνει κάποιος γονιός απαιτεί κάποιες ψυχικές ενδογενείς δυνατότητες, ειδικά στην  υιοθεσία όπου η απουσιάζει η εγκυμοσύνη και η σκέψη δεν μπορεί να υποστηριχτεί από το σώμα. Ο κοινωνικός χρόνος της διαδικασίας πριν την υιοθεσία έρχεται να υποκαταστήσει την περίοδο της εγκυμοσύνης. Παρότι βιώνεται συνήθως άσχημα, αντιπροσωπεύει κατά κάποιο τρόπο ένα πέρασμα απαραίτητο που επιτρέπει στους μελλοντικούς γονείς να κινητοποιήσουν την ψυχική τους γονιμότητα, μέσα από μία σταδιακή, θεμελιώδη φαντασιακή αναπαράσταση του παιδιού τους. Μέσα από αυτή την απαραίτητη φαντασιακή αναπαράσταση, την πρόοδο από το όνειρο στην πραγματικότητα θα μπορέσουν σταδιακά να προσαρμόσουν τις προσδοκίες τους στην πραγματικότητα και να ανοιχτούν στην συνάντηση με το παιδί έτσι όπως είναι πραγματικά.

3) Για να γίνει κανείς γονιός η αγάπη δεν είναι αρκετή.   Χρειάζεται να έχει δύο εσωτερικές τάσεις, αυτή της ταυτότητας (αισθάνομαι γονιός) και αυτή της διαπαιδαγώγησης (δρω σαν γονιός) που είναι συμπληρωματικές μεταξύ τους αλλά δεν συμπίπτουν πάντοτε. Διάφορες μελέτες καταδεικνύουν σαν σημαντικά στοιχεία της γονεϊκής ιδιότητας, την εσωτερική ισορροπία του ατόμου, την ποιότητα της σχέσης μεταξύ των πατρικών και μητρικών οικογενειών, μεταξύ γονιών παιδιών, αλλά και την σχέση των οικογενειών με το κοινωνικό περιβάλλον, την συζυγική σχέση.

4) Αλλά αυτό που μοιάζει να είναι ιδιαίτερο στην υιοθεσία είναι, ότι για να γίνει κανείς γονιός είναι πάντα το αποτέλεσμα μίας έντονης απόπειρας που περνά από συγκεκριμένα στάδια: ξεκινά από την απόφαση για υιοθεσία με τα πένθη που εμπεριέχει της γονιμότητας και της βιολογικής μητρότητας, περνά από τις διαδικασίες απόκτησης του δικαιώματος υιοθεσίας και κατόπιν της οικειοποίησης της γονεϊκής ιδιότητας και φθάνει μέχρι την απόκτηση δεσμών προσκόλλησης του παιδιού με τους γονείς, έτσι ώστε να νιώθουν ότι ανήκουν πραγματικά στην ίδια οικογένεια και στην ίδια γενεαλογική συνέχεια.

Κάθε επιλογή στηρίζεται σε αίτια συνειδητά και ασυνείδητα. Παρ’όλα αυτά, η ψυχική διεργασία και η συνειδητοποίηση που απαιτεί η διαδικασία μέσω της οποίας γίνεται κανείς γονιός με υιοθεσία, επιτρέπουν να καταλήξει κανείς σε μία επιλογή πιο ξεκάθαρη. Μερικούς τους οδηγεί στην παραίτηση από την απόφαση, άλλους τους επιτρέπει να συνεχίσουν την πορεία τους και να ετοιμαστούν να υποδεχτούν πραγματικά ένα παιδί που έρχεται από αλλού.

Όμως κάθε επιλογή εμπεριέχει μια κάποια αμφιθυμία, μία κάποια αμφιβολία, μία εσωτερική περιπλάνηση. Είναι σημαντικό αυτή η αμφιθυμία να μπορεί να εκφραστεί, να επιτραπεί να υπάρξει και να αναγνωριστεί σαν απαραίτητο στοιχείο μίας απόφασης ζωής όπως η υιοθεσία. Γιατί όταν η αμφιβολία είναι απαγορευμένη και καταδικαστέα, ο κίνδυνος για τον γονιό είναι να πολωθεί ψυχικά και να νιώσει την δημιουργία οικογένειας με υιοθεσία σαν ένα δρόμο που οδηγεί σε δύο μόνο κατευθύνσεις, την επιτυχία ή την αποτυχία.

Μαρία Σαραφίδου MD, παιδοψυχίατρος, ψυχοθεραπεύτρια

Διδάκτορας Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Λωζάννης

Τέως Υπεύθυνη Ιατροπαιδαγωγικού Τομέα στη Γενεύη